Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι χειριστές των μόλις πρόσφατα εκείνη την εποχή ανεπτυγμένων θαλάσσιων ηχοεντοπιστικών συστημάτων προβληματίστηκαν ιδιαίτερα, όταν παρατήρησαν στις ενδείξεις των οργάνων τους την εμφάνιση του θαλάσσιου πυθμένα σε πολύ μικρότερα βάθη από το αναμενόμενο. Τα sonar των πολεμικών πλοίων εντόπιζαν το συγκεκριμένο φαινόμενο σε εύρος βάθους από 300 έως τα 500 μέτρα κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ τη νύχτα το βάθος αυτό μίκραινε ακόμη περισσότερο. Αρχικά θεωρήθηκε ότι πρόκειται για νησιωτικούς όγκους, οι οποίοι είχαν βυθιστεί με το πέρασμα του χρόνου, αποδείχθηκε εν τέλει ότι ο παρατηρούμενος ψευδοπυθμένας ήταν αποτέλεσμα της ανάκλασης του ήχου πάνω σε εκατομμύρια οργανισμούς, που ζουν και κινούνται σε αυτά τα βάθη και πιο συγκεκριμένα στη θαλάσσια ζώνη, που χαρακτηρίζεται ως μεσοπελαγική.

 

 

Η γνωστή και ως «ζώνη του λυκόφωτος» τοποθετείται ανάμεσα στην εύφωτη επιπελαγική και τη βαθυπελαγική ζώνη και καθορίζεται από το ποσοστό του φωτός που διαπερνά το θαλασσινό νερό, συνήθως ανάμεσα στα 200 και τα 1000 μέτρα βάθους, όπου πλέον δε φτάνει το ηλιακό φως. Αν και οι πιο άφθονοι οργανισμοί σε αυτά τα βάθη είναι ετερότροφα βακτήρια, υπάρχει μία πληθώρα ζωικών οργανισμών, οι οποίοι ζουν ή μετακινούνται μέσα από αυτήν την κατά τα άλλα στενή θαλάσσια μάζα. Ιδιαίτερη σημασία για το μεσοπελαγικό, αλλά και το ευρύτερο ωκεάνιο οικοσύστημα διαθέτουν στο σύνολό τους τα μεσοπελαγικά ψάρια.

Τα είδη αυτά υπολογίζεται ότι αγγίζουν το 95% της βιομάζας ολόκληρου του παγκόσμιου ιχθυαποθέματος, ενώ εκτιμάται ότι φτάνουν σε βάρος το ένα δισεκατομμύριο μετρικούς τόνους, αποτελώντας με μεγάλη διαφορά το μεγαλύτερο αλιευτικό απόθεμα στον πλανήτη. Οι τριάντα γνωστές στους ιχθυολόγους οικογένειες των μεσοπελαγικών  ψαριών περιλαμβάνουν κάποιες από τις πολυπληθέστερες ομάδες σπονδυλωτών ζώων με ευρύτατη γεωγραφική εξάπλωση παγκοσμίως και μόνη εξαίρεση τον Αρκτικό Ωκεανό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια Myctophidae, η οποία απαρτίζεται από 246 είδη, που ανήκουν σε 33 διαφορετικά γένη, ενώ εκτιμάται ότι τα ψάρια της οικογένειας Gonostomatidae αριθμούν εκατοντάδες τρισεκατομμύρια άτομα.

Τα ψάρια της μεσοπελαγικής ζώνης είναι καλά προσαρμοσμένα στο αφιλόξενο ενδιαίτημά τους. Διαθέτουν χαρακτηριστική ανατομία σώματος και μικρό συνήθως μέγεθος για περιορισμό των ενεργειακών απαιτήσεων των οργανισμών. Πολλά από τα μεσοπελαγικά είδη έχουν σκουρόχρωμα λέπια με προσκολλημένα φωτοφόρα όργανα, τα οποία προσομοιώνουν τον περιορισμένο περιβάλλοντα φωτισμό, ώστε να παραμένουν καλά προστατευμένα από την ευαίσθητη όραση των θηρευτών τους. 

Τα κοπάδια των μεσοπελαγικών μαζί με άλλους οργανισμούς, που απαντώνται σε αυτά τα βάθη δημιουργούν χαρακτηριστικά στρώματα, τα οποία παρατηρήθηκαν  για πρώτη φορά με την εφαρμογή της ηχοβολιστικής τεχνολογίας. Η παρατήρηση αυτών των στρωμάτων ανάκλασης επιτρέπει στους θαλάσσιους επιστήμονες, να προσδιορίσουν τη βιομάζα των μεσοπελαγικών ιχθυαποθεμάτων, αλλά και να παρατηρήσουν τις μεταναστεύσεις των διαφορετικών ειδών, καθώς πολλά από αυτά τα είδη μεταναστεύουν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας κατά τη διάρκεια της νύχτας, για να τραφούν, ακολουθώντας τη νυχθήμερη μετανάστευση του ζωοπλαγκτού. Το μικρό μέγεθος των ψαριών όμως, καθώς και η παρουσία νηκτικής κύστης στα περισσότερα από τα είδη δημιουργούν δυσκολίες στις απαιτούμενες για τη λεπτομερή μελέτη τους δειγματοληψίες.

 


Τα κοπάδια των μεσοπελαγικών ψαριών σχηματίζουν με άλλους οργανισμούς στρώματα (Deep Scattering Layers), τα οποία ανακλούν τον ήχο και εντοπίζονται από τα ηχοβολιστικά συστήματα.

Γιατί όμως μας ενδιαφέρει, να μελετήσουμε το συγκεκριμένο οικοσύστημα; Η μεσοπελαγική ζώνη εκτιμάται ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα ιχθυαποθέματα του πλανήτη. Με τα γνωστά αλιευτικά πεδία και τα περισσότερα εμπορικά είδη να βρίσκονται υπό καθεστώς έντονων πιέσεων εξετάζεται ενεργά το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης των λιγότερο γνωστών μεσοπελαγικών ειδών για κατανάλωση και χρήση από τη βιομηχανία τροφίμων. Με τα περισσότερα μεσοπελαγικά ψάρια να είναι πλαγκτονοφάγα και ταυτόχρονα να αποτελούν  λεία για μεγαλύτερα πελαγικά είδη, το μεσοπελαγικό οικοσύστημα αποτελεί επίσης τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη βάση της τροφικής πυραμίδας και των ανώτερων τροφικών επιπέδων, ενώ οι νυχθήμερες μεταναστεύσεις, που πραγματοποιούν ανάμεσα στη μεσοπελαγική και την επιπελαγική ζώνη, συμβάλουν στη μεταφορά του οργανικού άνθρακα, που παράγεται στα επιφανειακά ύδατα μέσω της διαδικασίας της φωτοσύνθεσης, σε μεγαλύτερα βάθη. Εκτιμάται ότι στη μεσοπελαγική ζώνη ανακυκλώνονται ετησίως από 5 έως 12 δισεκατομμύρια τόνοι διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, εκτίμηση η οποία μέχρι πρόσφατα δεν είχε περιληφθεί στα κλιματικά μοντέλα.

Παρ’ όλη την οικολογική του σημασία και την εμπορική δυνατότητα εκμετάλλευσης το μεσοπελαγικό οικοσύστημα έχει παραμένει ελλιπώς μελετημένο μέχρι και σήμερα. Οι θαλάσσιοι ερευνητές πλέον αναπτύσσουν ειδικές τεχνολογίες, για να εξερευνήσουν τη βαθιά αυτή ωκεάνια ζώνη και τη συμβολή της στη θαλάσσια βιολογική αντλία άνθρακα. Οι παραδοσιακές μέθοδοι δειγματοληψίας έχουν αποδειχθεί σε μεγάλο βαθμό ακατάλληλες απέναντι στα συγκεκριμένα είδη ψαριών, ενώ ακόμα και οι συμβατικές ακουστικές μέθοδοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως προς τον προσδιορισμό της βιομάζας των μεσοπελαγικών ιχθυοαποθεμάτων.

Στην Ελλάδα το ερευνητικό κενό που υπάρχει σε αυτόν τον τομέα ήρθε πρόσφατα να καλύψει το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών με το πρόγραμμα MesoBED, το οποίο συγχρηματοδοτείται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας και πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Institute of Marine Research της Νορβηγίας. Η ομάδα του προγράμματος (http://mesobed.hcmr.gr/?page_id=96) έχει θέσει ως στόχο τη μελέτη του μεσοπελαγικού περιβάλλοντος, πραγματοποιώντας εποχιακές δειγματοληψίες μεσοπελαγικών ειδών και ζωοπλαγκτού, τα οποία στη συνέχεια αναλύονται εργαστηριακά. Με τη χρήση ηχοβολιστικής τεχνολογίας έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μετρήσεις για τον προσδιορισμό της σύστασης των μεσοπελαγικών στρωμάτων (DSL) στον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό Κόλπο, συλλογή δεδομένων για εκτιμήσεις βιομάζας, συγκριτικές δειγματοληψίες σε διαφορετικά βάθη και διαφορετικές ώρες της ημέρας με σκοπό τον καθορισμό της σχέσης κατανομής των ειδών των μεσοπελαγικών ψαριών με τη μεταβολή των διαφορετικών περιβαλλοντικών παραμέτρων. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος θα αναλυθούν επίσης η βιολογία των μεσοπελαγικών πληθυσμών, τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, οι διατροφικές τους συνήθειες, καθώς και αυτές των θηρευτών τους. Στη συνέχεια τα συλλεγμένα δεδομένα θα ενσωματωθούν σε ένα οικοσυστημικό μοντέλο, για να προσδιοριστεί ο οικολογικός ρόλος της συγκεκριμένης βιοκοινότητας μέσα από την αποτύπωση της δομής του τροφικού πλέγματος.

 



Μερικά από τα μεσοπελαγικά είδη που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των δειγματοληψιών του προγράμματος: (1.) Stomias boa, (2.) Maurolicus muelleri, (3.) Ceratoscopelus maderensis.

 

Το πρόγραμμα MesoBED ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2018 με σκοπό να ρίξει φως σε μία άγνωστη πτυχή των ελληνικών θαλασσών στο πλαίσιο της Οικοσυστημικής Προσέγγισης της Αλιείας, αποτελώντας το εναρκτήριο ερευνητικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση στην ανατολική Μεσόγειο. Η διεύρυνση της γνώσης μας σε σχέση με το μεσοπελαγικό οικοσύστημα θα ενισχύσει το εγχείρημα για ολοκληρωμένη διαχείριση των θαλάσσιων αλιευτικών πόρων, εισάγοντας στη διαχειριστική εξίσωση την έννοια των οικοσυστημικών λειτουργιών, ενώ η μελέτη της βιολογίας των μεσοπελαγικών πληθυσμών θα βοηθήσει στην κατανόηση των επιδράσεων από μελλοντική εκμετάλλευση των αποθεμάτων τους, αποτελώντας συνεπώς εξαιρετικό εργαλείο για την αλιευτική διαχείριση.